morbid sounds ::

cropped-alex.jpg–         Σχεδόν να μην σε θυμάται, μετά από δυο μέρες de profundis εξομολογήσεων σε κάποια εξοχή…

–         Να σε απορρίπτουνε εξολοκλήρου στο πρόγραμμα σπουδών που πάντα ονειρευόσουν…

–         Να προσπαθείς διακαώς να δραπετεύσεις ακόμη μια φορά από μια «ιδανική» πραγματικότητα…

–         Να εγκλωβίζεσαι σε ιστορίες κοριτσίστικες, ενώ ουρλιάζει μέσα σου το τέρας της ανδρικής λογικής…

–         Να παλεύεις όπως μπορείς -και δεν μπορείς- να ξεχάσεις το βλέμμα της στην τελευταία «φιλική» συνάντηση…

–         Ο καλλιτέχνης που μένει στο ισόγειο και ακούει κλασική μουσική, τσέλο, στη διαπασών, ενώ εσύ προσπαθείς να μην ξυπνήσεις τους γείτονες, στην ύστατη προσπάθεια να αφαιρέσεις κάτι από την αποστειρωμένη ποιότητα του σαββατόβραδου, αναζητώντας το αγαπημένο underground στέκι… Προσπερνάς, όμως η μουσική σε μαγνητίζει. Επιστρέφεις και τού χτυπάς την πόρτα. Ποιος ενοχλεί, άραγε, ποιον σε αυτή την περίπτωση; Η ώρα περασμένες 12, αλλά για σένα είναι πάντα «τώρα». «Τι νέα;» σε ρωτά ο καλλιτέχνης που ξεπροβάλλει με τα μαλλιά ανάκατα, βαμμένα σε ξεπλυμένο ξανθό και με βλέμμα που επιστρατεύει ad hoc, προκειμένου να σε πείσει για το τακτοποιημένο «είναι» του… Κατά τα άλλα σχεδόν σε περίμενε. Το χαοτικό τοπίο που αποκαλύπτεται πίσω του προδίδει την αναστάτωση που επικρατεί και στο λοφτ του μυαλού του. Ποια νέα να του αναφέρεις πρώτα; Κι αλήθεια, ποια είναι τα νέα σου;

Σε προσκαλεί, μα «μόνο για τρία λεπτά». Η παρουσία σου τού γίνεται φορτική και το καταλαβαίνεις. Αρχίζεις να παρατηρείς περισσότερα από όσα σου επιτρέπει. Τον τρομάζει η ύπαρξή σου. Το βλέμμα σου πέφτει στο ανάκλιντρο στη μέση του βομβαρδισμένου σαλονιού. Ένα μαξιλάρι κι ένας υπνόσακος. Εκεί κοιμάται. Μόνος. Γύρω πεταμένες κατασκευές από ριζόχαρτο που έχει περαστεί με την ειδική κόλλα κι έχει πάρει σχήμα… σχεδόν άσχημο. Κι ένα πιάνο. Κουρδισμένο άραγε; «Τι είναι εδώ;» αναρωτιέσαι και «Ποιος είσαι;» θέλεις να ρωτήσεις εκείνον, μα διστάζεις. Πώς να τολμήσεις άλλωστε; Μόλις έχεις αντιληφθεί το βρέφος που αιωρείται επάνω από το κεφάλι σου. Δεν θα πέσει, μην αγχώνεσαι. Είναι καλά στερεωμένο στα κέρατα που ξεκινώντας από τον τοίχο καταλήγουν να ξεφυτρώνουν δεύτερη φορά μέσα από τις κόγχες των ματιών του – να ήταν άραγε γαλάζια; Τρομακτικά θανατερό… «Είσαι άρρωστος.» σκέφτεσαι και ετοιμάζεσαι να φύγεις. Μα πριν τον αποχαιρετίσεις – για πάντα άραγε; για πάντα, ναι – του ζητάς, με φωνή τρεμάμενη και σε γερμανικά σπασμένα από το άγχος, το όνομα του καλλιτέχνη που, μην ξεχνάς, ήταν η αφορμή να ενοχλήσεις τη σιωπή του. «Pablo Casals» μουρμουρίζει, ελπίζοντας πως θα εξαφανιστείς μετά από αυτό. Δυσκολεύεσαι να κατανοήσεις το καταλανικό όνομα που προφέρεται με σχεδόν μεθυσμένη – κι όχι μεθυστική – βιεννέζικη προφορά και διστακτικά ζητάς να σού το σημειώσει. Το κάνει για σένα και περιμένει με ευγένεια που φανερά τον καταπιέζει να εξαφανιστείς. «Χάρηκα πολύ! Τα λέμε…» Δεν προλαβαίνεις να πεις τίποτε άλλο…

Και κάπως έτσι, μια γκρίζα υγρή Κυριακή στη Βιέννη γεμίζει με τις μελωδίες που γέννησε το προηγούμενο μισοπεθαμένο σαββατόβραδο.

Τα λέμε στον «Ιρακινό» το άλλο Σάββατο. Πάλι μαζί σου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow histoires_μinimales on WordPress.com
Αρέσει σε %d bloggers: