για μια αγκαλιά κι ένα εμότικον ::

και να το γαλάζιο απλώνεται κάτω απ’ το σιδερένιο πουλί κι εσύ νιώθεις πως πετάς σαν την τίνκερμπελ στην ονειρεμένη χώρα του ποτέ την κυριακή. τότε είναι που σου έρχεται και ο ελυτικός θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε, ώσπου να τη δεις να εμφανίζεται απ’ το στενό παράθυρο που σου στερεί τον ορίζοντα. σε λίγα λεπτά θα βγεις και θα αντικρύσεις το υπερπέραν που σε στοιχειώνει, θα το κοροϊδέψεις και θα το δοξάσεις την ίδια στιγμή και σε ελάχιστα δευτερόλεπτα θα νιώσεις τον θερμαϊκό να κατακλύζει το αναπνευστικό σου. διαστροφική ηδονή.

θεσσαλοβνίκη. συνειδητοποιείς πως έχεις φτάσει στο σπίτι. σπίτι είναι εκεί που μπορείς να γελάς δυνατά και ο διπλανός να φωνάζει ακόμα δυνατότερα για να ακουστεί από τις φωνές κάποιου τρίτου. εκεί που ο οδηγός του λεωφορείου ξέρεις πως θα είναι πάντα ο μεγάλος σου έρωτας, όταν θα σταματάει ακόμα και στη μέση του μποτιλιαρισμένου δρόμου, για να μην αργήσεις στο ραντεβού σου. σπίτι είναι εκεί που είναι οι φίλοι σου – ίσως και ο φορτιστής που ξέχασες την τελευταία φορά που έφυγες πάλι με το ζόρι, με κρυφά δάκρια στην τσέπη κι ένα χαμόγελο που βγαίνει μόνο σε κονκάρδα.

DSC02364είμαστε η καταδικασμένη γενιά των χιλιομέτρων. όσων μας χωρίζουν κάθε φορά από φίλους και συγγενείς, από αγάπες, πάθη και λάθη, από τον φρέντο που δεν μπορείς να απολαύσεις σε κανένα μπουτίκ καφέ και τον φραπέ που σατιρίζεις, ενώ ξέρεις πως θα είναι το πρώτο που θα ρουφήξεις με το που τελειώσεις το μπιφτέκι γεμιστό σε πίτα, μόνο με χτυπητή και πατάτες σε κάποιο ξεχασμένο ιν στέκι στην πάλαι ποτέ ένδοξη αρετσού. θα ήθελες να μείνεις ως το βράδι και να χαζεύεις τα αεροπλάνα απ’ τη μαρίνα. πού να πηγαίνουν άραγε; και ποιοι περιμένουν να αγκαλιάσουν ξανά τους δικούς τους; τώρα πια φεύγεις κι εσύ και δεν σε νοιάζει, λες.

βολτάρεις στην τσιμισκή κι αναζητάς την κολλητή που πίνατε κρασί στο πρώτο πάτωμα. τότε, μετά το μάθημα που τέλειωνε πάντα στις δέκα. κι ήταν ωραία. τώρα πια δεν μιλάς για τον ελύτη κι ο λειβαδίτης ή κι ο μπρεχτ μοιάζουν εξωτικά θεριά στα μπάιζλ που συχνάζεις. κενό. λίγα λεπτά να χαζέψεις την ικτίνου που όσο πάει και ομορφαίνει και την αγίας σοφίας που ακόμα να πιστέψεις πως είναι πια πεζόδρομος – σ’ αρέσει; δεν ξέρεις. θυμάσαι όμως μερικά δάκρια, δυο τηλέφωνα κι ένα φιλί – ή μήπως ήταν παρακάτω; απ΄τη βιασύνη σου να βγεις στη θάλασσα ξανά ξεχνιέσαι κι υπόσχεσαι να επιστρέψεις απ΄τη σβώλου για λίγη συμπάθεια, με τσάι και βιβλίο. η φίλη θα σε περιμένει εκεί. πού αλλού άλλωστε; – πόσο έχει αλλάξει το ντεκόρ! όμως το γέλιο σας είναι πάντα το ίδιο. το ίδιο και το δάκρι, θα δεις.

και κατευθύνεσαι στο αγαπημένο σου βιβλιοπωλείο. κάθε φορά είναι κι ένα άλλο, κάθε φορά είναι πάντα όλα. το ελληνικό βιβλίο μυρίζει πάντα αλλιώς, όπως και να το κάνουμε. και οι πωλητές ξέρουν πάντα τι θέλεις, τι σου αρέσει, τι θα μπορούσε να σου αρέσει, τι πρέπει να σου αρέσει και τι δεν θα σου αρέσει με τίποτα. με συνωμοτική ακρίβεια βρίσκεις πάντα αυτό που θέλεις, ακόμη κι αν δεν το είχες ξαναδεί ποτέ στη ζωή σου, ακόμη κι αν δεν ήθελες ποτέ να μάθεις για τη μεγάλη περιπέτεια των -ισμών. και καταλήγεις πάλι να φεύγεις με μια αγκαλιά βιβλία που θα μπουν στη βαλίτσα της επιστροφής πριν από τα ρούχα και τα τάπερ που σφραγίστηκαν εφτά φορές, ακόμη κι αν περιέχουν ένα κομμάτι πίτα. περιττό να αναφέρουμε ότι τα βιβλία συλλέγονται με παθολογική μανία και ρυθμούς ταχύτερους από ό,τι διαβάζονται. ίσως τελικά τα θέλεις για αρωματικό χώρου ή και απλώς για παρέα. παρέα;

η άλλη κολλητή με τις ρετσίνες και τις χτυπητές – τυροκαυτερή, παρντόν – σε περιμένει στην άθωνος. τα λαδάδικα έχουν γίνει πιο ιν εντωμεταξύ, αλλά επιμένετε καλτ. καλτ στη γερμανική σημαίνει κρύο, ψύχος, παγωνιά. σαν αυτό που νιώθεις όταν μετά βίας προσπαθείς να πετύχεις την παρέα δικτυωμένη με το σκάιπ στο σμαρτ φόουν και κόβεται το σήμα κάπου μεταξύ δούναβη και πίνακα. κενό και πάλι. μερικά ξεχασμένα εμπιθρί σώζουν προς στιγμή την κατάσταση και μερακλώνετε τελικά με σύντομα εσεμές. τι να σου κάνει και το ρόουμινγκ;

κι εκεί στη σβώλου θα κλάψεις. κομμένα μαθήματα, καμένες αναμνήσεις, φιλίες που ακόμα απορείς σε πιο στενό στρίψανε κι ακόμα τις περιμένεις. αυτές που έμειναν όμως είναι εκεί και περιμένουν εσένα με την αγαπημένη σου σοκολάτα με μοσχομυριστό φουντούκι να μην καίει πια. κι ένα μπισκότο τόσο αφράτο που θες να το έχεις μαξιλαράκι να γλυκαίνει τα όνειρά σου. ψιτ, ξύπνα!

δυο φίλες θα δεις. το ραντεβού ανανεώνεται για λίγες ημέρες αργότερα. το ξέρετε ήδη πως είναι το τελευταίο για φέτος, αλλά δεν βαριέσαι; έχετε δώσει τόσα και τόσα στο φουμπού και τα γουατσάπ που κάπως σας ξενίζει και το λάιβ. τεχνολογικά φρικιά θα έλεγες σε άλλες εποχές, τώρα απλώς ανάγκη. αλλά το ξέρετε κι αυτό: την αγκαλιά δεν την αλλάζει κανένα εμότικον!

και τώρα συγγνώμη, μα πρέπει να κλάψω. κι εσύ. και θα τα πούμε ξανά, στο ίδιο gate, στην ίδια πτήση. το μόνο ραντεβού που ανανεώνεται. πόσα check in ακόμα, φίλε μου;

Advertisements

3 responses to “για μια αγκαλιά κι ένα εμότικον ::

  1. Stef

    Τσάκισέ μας κι άλλο, μπορείς…..
    Απορώ, πόσο ίδιοι μπορεί να είμαστε οι άνθρωποι στο σύνολό μας…..
    Κλαίω

  2. pete

    Πάρε ανάσα, ρούφα το στομάχι σου, σκούπισε τα δάκρυα, πάρε ύφος ίδιο με του Σταλόνε στην πρώτη πυγμαχική ταινία του και …. ατσαλώσου! Η ζωή θα σου φανεί πολύ μεγάλη αν την περάσεις σε αναμονή των Σαββατοκύριακων που θα είσαι κοντά σε αυτούς που θες να είσαι…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow histoires_μinimales on WordPress.com
Αρέσει σε %d bloggers: