α-χρονικός & θορυβώδης συν-ηρ-μός

νιώθω το μυαλό μου να τρέχει. τρέχουν οι σκέψεις δηλαδή, ακούω θόρυβο και μια θολούρα κάπου στο βάθος. κι ανακαλώ δύο εικόνες:

μια το σημάδι που έχει μείνει στο πάτωμα, παρόλο που ο καλός μου λείπει. εκείνος το έκανε, τότε που άλλαξε το πίσω λάστιχο στο ποδήλατό του, για να μπορέσουμε να πάμε βόλτα. εγώ του φώναξα και δεν του μίλησα για πέντε λεπτά. μετά γέλασα. δεν θυμάμαι αν πήγαμε βόλτα. βλέπω το σημάδι μόνο και θυμάμαι τη μυρωδιά – παραμένει αυτή από πλαστικό καμένο. και το σημάδι παραμένει – καίει, κι ας έχει φύγει εκείνος.

και μια ο εξαίσιος ίλιγγος στον απόηχο μιας σονάτας
άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου

ο ήλιος έχει βγει από μέρες και οι αμυγδαλιές ανθίζουν – το ήξερα από καιρό ότι θα γίνει έτσι, έφτιαχνα από καιρό την άνοιξη και τώρα αποκαλύπτεται μπροστά μου ωσάν σημείον έρωτος. το δέντρο που είδα να χάνει τα φύλλα του κάπου το φθινόπωρο, τότε που έφτιαχνα βαλίτσα για τη βουδαπέστη, το ίδιο που είδα να στέκει γυμνό μπροστά μου, κάπου μετά τα χριστούγεννα – όταν είχα απογυμνωθεί απ’ ό,τι απέμενε δικό μου – το ίδιο βλέπω να ξυπνάει μέρα τη μέρα τον τελευταίο καιρό – μα όχι πάντα.

κι από καιρό έχασα μια φίλη. έχασα έναν φίλο. έχασα χρόνο. έχασα κι ένα βιβλίο – τον κάιν του σαραμάγκου [ακόμη πιστεύω πως μου το κρύψανε μη γίνω αιρετική – ξέχασαν τον καμύ, τον σαρτρ και τον ραφαηλίδη – ευχαριστώ.] – απώλεια γενικώς. όμως ο χρόνος και η φίλη μου λείπουνε μόνο. οι άλλοι ξέρω που πήγαν.

chrμια σκέψη μόνο έκανα – ή δυο – και σταματώ να γράφω. αμέσως. έχω πολλά deadlines, δεν προλαβαίνω. θανατερές γραμμές των οριζόντων στον χρόνο, στη μέρα μας, στο εδώ μας. δεν προλαβαίνω. θα ποτίσω μόνο τα γαρύφαλλα και θα αρχίσω τη μελέτη. σε πέντε μέρες το αργότερο πρέπει να έχω τελειώσει. κι ύστερα μες στις επόμενες τέσσερις πάλι. κι ύστερα τρεις, ώσπου να έπρεπε να έχω ήδη τελειώσει. να μαγειρέψω. να μην ξεχάσω να μαγειρέψω. πρέπει να πλύνω και το καλό μου φόρεμα – αυτό που πάει σετ με το καλό χαμόγελο τις μέρες που θέλω να μοιάζουν κι εκείνες καλές. δεν προλαβαίνω να σε δω. δεν προλαβαίνω να σ’ ακούσω. και τα γαρύφαλλα δεν τα μυρίζω πια. κι η γεύση μου απορρίπτει τα χείλη σου. κι ούτε που προλαβαίνω να κλάψω τη φίλη μου. ούτε και να μου λείψει προλαβαίνω. σχεδόν δεν το κατάλαβα πως φεύγει. φεύγει – έφυγε! γιατί όλο τρέχω και μετρώ τον χρόνο. κι ακούω θόρυβο – πολύ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow histoires_μinimales on WordPress.com
Αρέσει σε %d bloggers: