δώρον ά-δωρον ::

Την θυμάμαι που μπήκε βιαστική στο μαγαζί, μαζί με μια φίλη της. Ρώτησε αμέσως πού θα βρει φιλοσοφία και ποίηση κι έτσι έμεινα να την περιμένω. Φαινόταν να ξέρει τι θέλει. Πρώτα στάθηκε στο ράφι της ποίησης. Σκάναρε με ένα γρήγορο βλέμμα τα ράφια κι έπειτα το πρόσωπό της έλαμψε. Αργότερα διαπίστωσα πως κράταγε την Έρημη Χώρα. Αυτό ήταν για την ίδια. Την περίμενα. Έμεινε ακόμη λίγο στην ποίηση, ξεφύλλισε μερικά βιβλία – κοντά στο γράμμα Ν και Π πρέπει να ήταν – ανταλλάσσοντας μερικές κουβέντες με τη φίλη της. Έπειτα ήρθε προς το μέρος μου. Με το ίδιο γρήγορο βλέμμα σκάναρε τα ράφια στον τομέα της φιλοσοφίας. Προβληματίστηκε για μια στιγμή κι επανέλαβε την κίνηση, πιο ανυπόμονα αυτή τη φορά. Μόλις με είδε χαμογέλασε με ικανοποίηση. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι σκεφτόταν. Η ίδια ικανοποίηση που είχε το βλέμμα της έγινε λίγο αργότερα χαρούμενος τόνος στη φωνή της: Είναι για δώρο!…

rusΤο όνειρο κάθε μικρού βιβλίου, είναι να γίνει δώρο μια μέρα… Να το διαλέξει κάποιος με αγάπη και με αγάπη να το χαρίσει σε κάποιον άλλο. Η μεγαλύτερη ευτυχία, μάλιστα, είναι να χαρίσει κανείς ένα βιβλίο σε κάποιον που ξέρει πως θέλει ακριβώς και μόνον αυτό. Και όταν ο κάποιος δεν το περιμένει, η ευτυχία είναι ακόμη μεγαλύτερη! Είμαι κι εγώ ένα μικρό βιβλίο. Μια μέρα με διάλεξε η εκείνη για τον κάποιο της. Με τύλιξαν σε όμορφο χαρτί, μπλε σκούρο, και μου φορέσανε μια πράσινη κορδέλα υφασμάτινη γυαλιστερή. Η εκείνη με έβαλε μέσα στην τσάντα της, όπου ένιωθα μόνο έναν ακόμη φίλο από τη μια πλευρά κι από την άλλη με ενοχλούσαν κάπως τα κλειδιά της και κάτι άλλο που ένιωθα να με τρυπά. Μόνο για λίγο. Πολύ γρήγορα με έβγαλε από την τσάντα της, με χάιδεψε κάπως να ισιώσω και με έβαλε σε μια άλλη τσάντα πάνινη – μαζί κι ο φίλος – και περπατήσαμε για λίγο. Κάποια στιγμή φτάσαμε στο σπίτι της. Το κατάλαβα, γιατί είχε την ίδια ζέστη όπως και το προηγούμενο σπίτι μου, το μαγαζί. Με έβγαλε από την πάνινη τσάντα και με ακούμπησε κάπου, επάνω σε άλλους φίλους. Μου είπαν πως είμαστε πολλοί, μα εγώ δεν έβλεπα τίποτα, ήμουν ακόμη δώρο… Μόνο μού μύριζε – λεβάντα – και την άκουγα συχνά να συνομιλεί με άλλες φωνές. Κάποιες φορές άκουγα μόνο τη δική της φωνή: Ναι, θα του το στείλω αύριο κιόλας! – Είμαι σίγουρη πως θα του αρέσει… Θα γελάσει με το εξώφυλλο, ξέρει πως σιχαίνομαι τις μπανάνες… Κατάλαβα ότι μίλαγε για μένα. Έχω αστείο εξώφυλλο – μοντέρνο, λένε κάποιοι – τέσσερις μπανάνες σε φόντο φούξια. Περίμενα λοιπόν να με στείλει…

Σε αυτό το διάστημα, όσο δεν άκουγα εκείνη, άκουγα μουσικές. Μερικές φορές άκουγα κι άλλες φωνές να μιλάνε, όταν τελείωναν τα τραγούδια – μερικές φορές και πάνω στα τραγούδια – τι αγενές! σκεφτόμουν – αλλά ήταν όμορφες οι μουσικές, ζεστό το σπίτι κι εκείνη με χάιδευε ανά διαστήματα και μου άλλαζε μέρος, όλο και πιο βολικό. Δεν καταλάβαινα γιατί, αλλά η αγωνία μου κάθε φορά πως «τώρα» θα με στείλει δεν μου επέτρεπε να προβληματιστώ και πολύ… Αναρωτιόμουν πού επρόκειτο να φτάσω. Είχα μεγάλη περιέργεια για πού προορίζομαι και ποιος θα με διαβάσει τελοσπάντων. Σκεφτόμουν πως θα πρέπει να είμαι πολύ σημαντικό, αφού είχε έρθει για μένα ειδικά και μόνο εμένα ετοίμασαν για δώρο, αλλά κι ο κάποιος μάλλον δεν πρέπει να ‘τανε λιγότερο σημαντικός.

Το επόμενο πρωί με έβαλε σε μια άλλη συσκευασία και ξεκίνησε το ταξίδι μου. Ταλαιπωρήθηκα αρκετά περίπου δύο μέρες, αλλά η εκείνη είχε φροντίσει να με βάλει μέσα σε μία συσκευασία κάπως αφράτη – είχα αρχίσει να τη συμπαθώ απ’ τη στιγμή που με έβγαλε από την άβολη τσάντα της. Μετά από αρκετές αναταράξεις ένιωσα και πάλι να με αγγίζουν χέρια. Πόσο αδιάφορα αυτή τη φορά! Κι έπειτα με πέταξαν και πάλι. Και πάλι αναταράξεις, για μερικές ώρες μόνο, ευτυχώς, ώσπου να με παραδώσουν σε δυο άλλα χέρια. Αυτά τα τελευταία με κράτησαν αρκετή ώρα και το άγγιγμά τους ήταν σχεδόν σαν της εκείνης. Αμέσως σκέφτηκα πως είμαι ξεχωριστό και περίμενα με αγωνία να βγω επιτέλους από το περιτύλιγμά μου! Τόσες μέρες που δεν είχα δει το φως, τόσες μέρες που κανείς δεν είχε γυρίσει τις σελίδες μου! Όμως ο κάποιος δεν μου έκανε τη χάρη…

Έμεινε για λίγο να με κρατά κι έπειτα με ακούμπησε κάπου που από δίπλα έβγαινε πολύ ζεστός αέρας. Τρεις μέρες έμεινα εκεί στην ίδια θέση. Δεν με άγγιξε ξανά. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι συμβαίνει. Άκουγα πάλι μουσικές και φωνές να μιλούν επάνω στα τραγούδια – πλέον νοσταλγούσα και τις φωνές των ανθρώπων, εκτός από την όψη τους – και τη δική του τη φωνή πιο σπάνια. Την τέταρτη μέρα ένιωσα να με παίρνει πάλι στα χέρια του. Με έπιανε σφιχτά, σχεδόν με πόναγε. Ο πόνος που ένιωσα τις επόμενες μέρες δεν περιγράφεται. Όπως την πρώτη φορά, πριν φτάσω στον κάποιον. Πιο πολλές αναταράξεις αυτή τη φορά και η συσκευασία μου είχε ήδη φθαρεί αρκετά. Ένιωθα τη ράχη μου να γδέρνεται και οι ακρούλες μου είχαν αρχίσει να γυρίζουν… Είχα αρχίσει να φοβάμαι και παρακαλούσα για λίγο φως, μια μουσική και δυο χέρια να με κρατήσουν και πάλι. Τι μού συνέβαινε;

Μετά από τρεις μέρες άκουσα να λένε πως είμαι «επιστροφή». Δεν είμαι πια «δώρο»; αναρωτιέμαι. Την ίδια στιγμή ένιωσα να με πετάνε πάνω σε κάτι σκληρό κι αμέσως να έρχονται στη συνέχεια επάνω μου κι άλλα αντικείμενα. Οι μέρες περνούν κι εγώ είμαι ακόμη «επιστροφή». Έναν μήνα μετά δεν με έχουν αγγίξει άλλα χέρια. Ο κάποιος δεν με θέλησε ποτέ κι η εκείνη δεν με έψαξε ξανά. Γιατί κανένας δεν με θέλει; Κι οι δυο μαζί  δεν θα επιστρέψουνε ποτέ;

Κι αν ήσουν ένα δώρο τι θα επέλεγες εσύ; Να μη σε αγόραζαν ποτέ ή να μην έφτανες ποτέ σε χέρια ξένα; Υπάρχουν και χειρότερα… Ο ταχυδρόμος σου ξεχάστηκε στη βόλτα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow histoires_μinimales on WordPress.com
Αρέσει σε %d bloggers: